Η μέρα χαράζει μέσα σ' ένα βαθύ γκρι
κι είναι από κείνες που αναζητώ ορίζοντα
Μετά από πολύ καιρό που έβλεπα κυρίως μέσα μου, στρέφω τη ματιά λίγο πιο πέρα.
Λευκά σύννεφα κρύβουν τις κορυφές των βουνών
κι αφήνω την εικόνα να με ταξιδέψει ανάμεσα σε σκέψεις, επιθυμίες και την ανάγκη
Ένα παλιό μίσος ξαναπαίρνει υπόσταση
Μου είναι ξένο. Δεν το θέλω .Δε χωράει στον κόσμο μου. Αλλά είναι εκεί.
Μαζί με τις ενοχές που η λογική μου αποποιείται.
Στη διαδρομή που ακολουθώ αντικρίζω το ασχημότερο κομμάτι αυτής της πολιτείας
Βρομιά, άχρηστα πολυκαιρισμένα αντικείμενα, σπασμένα τζάμια, κτίρια που δεν υπήρξαν ποτέ όμορφα, παρά πέρασαν από την αδιαφορία κατευθείαν στην παρακμή
Αλήθεια πώς θα ήταν αυτή η πόλη αν κάποιοι φρόντιζαν να αποκτήσει χρώμα, λάμψη, να πετάξει τα σκουπίδια της ;
Λίγα, ελάχιστα ξεθωριασμένα δέντρα μοιάζουν φυλακισμένα ανάμεσα στην ασχήμια
Μοιάζουν να βγάζουν την ίδια κραυγή αγωνίας με μένα :" Δεν ανήκω εδώ. "
Από τότε που με πήρανε με τη βία σχεδόν από το μόνο μέρος που ένιωθα δικό μου, είναι σα να μη ρίζωσα πουθενά. Περισσότερο απ' αυτό.....είναι σα να μην άνθισα πουθενά. Σαν τα φυτά που όταν τα παίρνεις από το φυσικό τους περιβάλλον δυσκολεύονται να εγκλιματιστούν αλλού. Μαραζώνουν....αρρωσταίνουν..... πεθαίνουν
Το κεφάλι μου είναι βαρύ.
Παίζαμε θυμάμαι εκείνο το παιχνίδι με τις λέξεις. Φυσικά και ήθελα να κερδίσω. Ποιος παίχτης δεν στοχεύει στη νίκη ; Μα πέρα από αυτό ήθελα να απολαύσω το παιχνίδι, ήθελα να φτιάχνω ωραίες λέξεις. Με ωραία νοήματα. Εύηχες. Λέξεις που γεννούσαν συναισθήματα. Εικόνες.....εικόνες
Εκείνος μέτραγε πάντα τους πόντους. Δεν τον ένοιαζαν οι ωραίες λέξεις. Το δικό του παιχνίδι ήταν πάντα ένα άθροισμα. Όπως και η ζωή του. Κέρδιζε τις περισσότερες φορές. Με τη δική μου σιωπηλή συγκατάθεση. Δεν έχουμε όλοι τους ίδιους στόχους.
Πολλές φορές με κακίζω για την αφέλειά μου