Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Μπίλλυ Χόλινταιη

Από το "Σας θυμάμαι πάντα", της Φρανσουάζ Σαγκάν :

"Η Νέα Υόρκη είναι μια ψηλή, ξανθιά, νεαρή γυναίκα, λαμπερή και προκλητική στον ήλιο, ωραία όπως εκείνο το "πέτρινο" όνειρο που αναφέρει ο Μπωντλαίρ. Η Νέα Υόρκη που, όπως μερικές κατάξανθες , ψηλές γυναίκες, κρύβει ζώνες σκοτεινές και μαύρες, δασιές και κατατρυγημένες. Κοντολογίς, αν μου επιτρέπει ο αναγνώστης την κοινοτοπία - άλλωστε τι άλλο μου απομένει;- η Νέα Υόρκη είναι πόλη σαγηνευτική.

..................

Μόλις αποβιβαστήκαμε στο Πιέρ, το μοναδικό ξενοδοχείο που γνώριζα μια και με είχε εγκαταστήσει εκεί ο ζάπλουτος εκδότης μου στο πρώτο μου ταξίδι, ζητήσαμε, αξιώσαμε, απαιτήσαμε την Μπίλλυ Χόλινταιη.

.................

Ξαφνικά, είδαμε να ξεπροβάλλει μια γυναίκα μαύρη και γερή, ψηλή, με μάτια σχιστά που τα 'κλεισε για μια στιγμή πριν αρχίσει το τραγούδι της, κάνοντάς μας να βυθιστούμε αμέσως στους γαλαξίες της, τους χαρούμενους, τους απελπισμένους, τους αισθησιακούς ή τους κυνικούς, κατά το κέφι της.

...................

Αγνοούσα τότε ότι η ίδια της η ύπαρξη μπορούσε να γεμίσει όλους τους δαιδάλους του πιο κλειστού και του πιο διεστραμμένου μυαλού. Αγνοούσα ότι ήταν ένα κορμί που παλλόταν από ζωή, σχεδόν αιμάτινο, που βυθιζόταν στη ζωή μέσα από πλήγματα ή χάδια, τα οποία -φαινόταν- πως και μόνο με την ανάσα της προκαλούσε. Ήταν μια γυναίκα μοιραία,, με την έννοια πως η μοίρα την είχε ευθύς εξαρχής αδράξει και ποτέ εγκαταλήψει, αφήνοντας της, για μοναδική άμυνα, ύστερα από χίλια τραύματα και χίλιες ηδονές εξίσου έντονες, αυτό τον χιουμοριστικό τόνο στη φωνή: αυτή την αλλόκοτη βραχνή φωνή που ξεκινούσε από πολύ μακριά, ή από πολύ χαμηλά, και ξαναγυρνούσε απότομα σε μας απ'το λαρυγγικό γελάκι της και τα περήφανα, φοβισμένα της μάτια.


.....................

Περάσαμε δεκαπέντε μέρες - ή ακριβέστερα δεκαπέντε χαράματα- από τις 4 το πρωί μέχρι τις 11 ή τις 12 το μεσημέρι, σ'εκείνη τη διαρκώς πνιγμένη στον καπνό μπουάτ, ακούγοντας το τραγούδι της Μπίλλυ Χόλινταιη.

.....................

Εκτός από λίγες ώρες που παραχωρούσαμε άθελά μας στον ύπνο, έμοιαζε να περιπλανιόμαστε σαν βρυκόλακες μέσα σε μια πόλη κωφάλαλη, που το μοναδικό της ζωντανό σημείο, το μοναδικό της καταφύγιο ήταν αυτή η σκηνή, το πελιδνό φως των "σποτ", το ξεκούρδιστο πιάνο.....κι αυτή η γυναίκα που κάποτε έλεγε ότι ήταν υπερβολικά πιωμένη για να τραγουδήσει και τότε μπέρδευε τα λόγια των στίχων χαριτολογώντας και βρίσκοντας υποκατάστατα γελοία και σπαραχτικά, που απ' αυτά τίποτε δεν έμεινε στη μνήμη πολυ. Κάτι για το οποίο εντελώς παράδοξα δεν μετανιώνω: η Νέα Υόρκη είχε γίνει μια πόλη τόσο μαύρη και σκοτεινή - αν εξαιρέσει κανείς τις εκρήξεις της φωνής της - ώστε λικνίζαμε τον κάματο και την εγκατάλειψή μας, το μεθύσι μας, μέσα σε μια νύχτα χλιαρή και ρυθμική όπως η θάλασσα. Μια θάλασσα όπου καμιά συγκεκριμένη θύμηση δεν θα μπορούσε να επιπλεύσει, δίχως να μοιάζει με συντρίμμι ή κοινοτυπία.


........................

Την ξανασυνάντησα ύστερα από κανα-δυο χρόνια στο Παρίσι, μια νύχτα το ίδιο μαύρη.
Ήταν και δεν ήταν η Μπίλλυ Χολινταίη : είχε αδυνατίσει, γεράσει, και στα μπράτσα της ζύγωναν όλο και πιότερο η μια την άλλη τα σημάδια των ενέσεων. Είχε χάσει εκείνη τη φυσική σιγουριά, εκείνη την ισορροπία στη στάση της που την έκανε μαρμάρινη ανάμεσα στις θύελλες και στους ιλίγγους της ζωής της.
Και μόνο εκείνη τη στιγμή αναλογίστηκα τα εκατομμύρια έτη φωτός που μας χώριζαν, ή μάλλον τα εκατομμύρια χρόνια σκοτάδι που με χώριζαν απ'αυτή, χρόνια που είχε θελήσει τόσο θαυμάσια, τόσο φιλικά να σβήσει εκείνες τις μακρινές τώρα πια δεκαπέντε μέρες. Όλα όσα είχαν παραμεριστεί στην πρώτη μας συνάντηση: το πρόβλημα της φυλής της, του θάρρους, του λυσσαλέου αγώνα της ενάντια στην κακομοιριά, στις προλήψεις, στην ανωνυμία, στους λευκούς και στους μη λευκούς, ενάντια στο αλκοόλ, στους άτιμους εχθρούς, ενάντια στο Χάρλεμ και στη Νέα Υόρκη, ενάντια στη μάνητα που μπορεί να προκαλέσει το χρώμα του δέρματος και σ'εκείνη, σχεδόν το ίδιο έντονη, που μπορεί να προκαλέσει το ταλέντο κι η επιτυχία. Ποτέ δεν μας είχε αφήσει να τα σκεφτούμε όλα αυτά, ούτε τον Μισέλ, ούτε εμένα, αν κι ίσως θα 'πρεπε να τα'χαμε σκεφτεί μόνοι μας. Εμείς , οι ευαίσθητοι Ευρωπαίοι, υπήρξαμε οι ανέμελοι βάρβαροι της ιστορίας. Κι η ιδέα αυτή μου έφερε δάκρυα στα μάτια, που δεν στέγνωσαν όλο το βράδυ.


..........................

Ύστερα από κάποια κουπλέ, ήρθε και κάθισε για λίγο μαζί μας, βιαστικά, πολύ βιαστικά, γιατί φαίνεται πως έφευγε την επομένη για το Λονδίνο ή κάποιο άλλο μέρος της Ευρώπης. "Έτσι κι αλλιώς, darling", μου είπε " you know, I am going to die very soon in New York, between two cops". Της ορκίστηκα πως όχι βέβαια. Δεν μπορούσα μήτε κι ήθελα να την πιστέψω. Όλη η νανουρισμένη με τη φωνή της, γοητευμένη απ'τη φωνή της εφηβεία μου, αρνιόταν να την πιστέψει.
Έτσι ένιωσα κατάπληκτη σαν πρώτη αντίδραση, βλέποντας ύστερα από λίγους μήνες στην εφημερίδα πως η Μπίλλυ Χόλινταιη είχε πεθάνει την προηγούμενη νύχτα, μόνη, σ'ένα νοσοκομείο, ανάμεσα σε δύο μπάτσους"

Δεν υπάρχουν σχόλια: