Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

γραφές και αναμνήσεις

Κορυτσά, Σεφέρης προς Μαρώ, 1η Φεβρουαρίου 1937

"Συλλογιζόμουνα αυτή τη ροπή που έχω σε κάποιες στιγμές να κλείνω τα μάτια και να τραβώ μπροστά κι ας είναι γκρεμός. Έτσι ήμουν από πολύ μικρό παιδί. Τώρα που έφυγαν τα χρόνια , λέω πως μου συμβαίνει αυτό σαν κουραστώ να κοιτάζω καθαρά. Και μέσα μου και έξω. Είναι ένα γύρισμα της ζωής που γυρεύει το δίκιο της όταν, κοιτάζοντας από πολύ κοντά όλα, την απελπίζουμε. Και δεν απελπίζεται η ζωή όσο υπάρχει, κι ας απελπίζεται ο άνθρωπος. Συλλογιζόμουνα εσένα, ζωή μου.

Καμιά φορά, όταν μου ξεφεύγουν κάτι τέτοια λόγια, στέκομαι και λογαριάζω (ο άλλος που σέρνω πάντα κοντά μου σαν ίσκιο, ο άλλος, ο ψυχρός παρατηρητής που δε συγκινείται, είναι πάντα έτοιμος να μιλήσει) λογαριάζω τι κάνω, ζυγιάζω την ευτυχία που μπορώ να δώσω και τον πόνο που έχω δώσει κιόλας, όχι μονάχα σε σένα. Λογαριάζω το κόστος αυτής της ευτυχίας. Σταματώ μια δύσκολη στιγμή. Κι έπειτα : "Ας γίνει ό,τι γίνει"- έτσι τελειώνω πάντα, άμα έρθω σε αντιπαράσταση μαζί σου. Και το τρομερό είναι ότι τα ξέρω όλα. Αυτή είναι η αγάπη μου. Και δεν πρέπει να σου τη λέω. Όμως βλέπεις αυτά τα πράγματα που είναι μεγαλύτερα από μας έχουν το κακό να μας δίνουν την εντύπωση οτι βρίσκονται πάντα σε κίνδυνο, ότι, αν μας τυραννούν τόσο "φριχτά πολύ" σήμερα, αύριο μπορεί να έχουν χαθεί μια για πάντα. Και το περίεργο είναι πως ενώ τόσο πολύ βασαζινόμαστε, θα προτιμούσαμε να χάσουμε οτιδήποτε άλλο παρά αυτό το βασάνισμα. Και τότες λέμε πως "δεν έχουμε καιρό" και δίνουμε ό,τι μπορούμε να δώσουμε. Και δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ' αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω από όλα - κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση, και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα.
Μέσα στα χτεσινά χαρτιά μου βρήκα σημειωμένη σε μια γωνιά και τούτη τη φράση : " Κι όταν βασίλεψε ο ήλιος τα πόδια μου άρχισαν να κρυώνουν." Θυμάμαι την ώρα, το φως και το ύφος σου άμα μου την είπες. Τώρα ακόμη βλέπω το χαμηλό κοίταγμά σου και τα χείλη σου. Μια φράση που δεν την πρόσεξες, που σου την έκλεψα σχεδόν. Έμεινε εκεί πέρα στο συρτάρι μου συμμαζεμένη και πετάχτηκε ξαφνικά τρελή, καινούργια. Είπα πως έτσι θα είναι λιγάκι, άμα σε ξαναβρώ, η ζωή."




Το δάσος έξω από τον πύργο ήταν ειδυλλιακό . Για άλλη μια φορά ο ήλιος έπαιζε με τη βροχή και τα δέντρα πρόσφεραν καταφύγιο κάτω από το πυκνό φύλλωμά τους.
Μπήκα βιαστικά μέσα για να φορέσω κάτι πιο ζεστό ενώ ήσουν απασχολημένος σε μια συζήτηση. Τη μαρμάρινη σκάλα τη σκέπαζε παχύ χαλί και οι γάτες μικρές βασίλισσες δεν έκαναν στην άκρη για να περάσεις. Λίγο αργότερα μου έδειξες τη μεγάλη σάλα με τα πολλά παράθυρα και τα λινά τραπεζομάντηλα στις καλαίσθητες ροτόντες. Τα πολλά παράθυρα που βλέπανε στον κήπο.
Δε θα ρωτήσω το Σεφέρη για τις μνήμες του. Η ζωή φτιάχνεται πάντα από τα ίδια υλικά Κι αν κάποιος μπορεί να ζει με μια κλεμμένη φράση, είναι που έμαθε να βλέπει και να ακούει λίγο πιο πέρα από τις αισθήσεις .
Σε κείνον τον όμορφο κήπο μπορούσες να αφουγκραστείς την ησυχία. Στο μικρό του κιόσκι υπήρχαν ακόμη τα απομεινάρια μιας γιορτής . Λευκές κορδέλες ...
Μικρά αλογάκια κούνιες και ξύλινες τραμπάλες.
Ποτε δεν αποτιμάται η στιγμή. Μόνο η μνήμη έχει αυτήν την εξουσία

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

ρωγμές

Είναι μια γιαγιά που κάθε μέρα πηγαίνει στο πηγάδι του χωριού και γεμίζει τα δυο της κανάτια. Το ένα είναι καινούριο και γερό και δε χάνει ούτε μία σταγόνα μέχρι να πάει στο σπίτι της . Το άλλο όμως έχει ρωγμές και μέχρι να φτάσει είναι μισοάδειο.

Τα χρόνια περνούν και η γιαγιά ολοένα πηγαινοέρχεται με τα δυο της κανάτια. Το γερό κανάτι αισθάνεται περήφανο και ευτυχισμένο που φέρνει σε πέρας τόσο τέλεια την αποστολή του. Το άλλο όμως αισθάνεται δυστυχισμένο και παραπονιέται για την ανικανότητά του να κρατήσει το νερό μέχρι τον προορισμό του. Νομίζει πως εκείνο φταίει για τις ρωγμές του. Και ζητάει απο τη γιαγιά να το παρατήσει και να το αντικαταστάσει με άλλο.

Εκείνη το κοιτά με απορία για τη δυστυχία του και του απαντά:
- Έχεις προσέξει το δρόμο από τη μεριά που σε κρατώ ; Είναι γεμάτος λουλούδια. Είχα φυτέψει σπόρους κι εσύ τους έκανες να ανθίσουν. Το νερό σου δεν πηγαίνει χαμένο. Χάρη σε αυτό ποτίζεται το χώμα, ανθίζει ο δρόμος και ομορφαίνει. Μερικές φορές κόβω λίγα λουλούδια και το σπίτι γεμίζει χρώμα και αρώματα.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

οφθαλμαπατη


Καποτε ήταν μια Μαρινα ενα μεθυσμενο βράδυ. Δυο παράθυρα που φέρναν δυο διαφορετικές ανατολές.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Buscaglia



Δε μου αρέσουν και πολύ τα βιντεάκια, ούτε στο δικό μου ούτε σε άλλα ιστολόγια , θεωρώ πως κουράζουν....όσο μπορώ τα αποφεύγω
Αλλά ο Μπουσκάλια είχε μια ιδιαίτερη επίδραση πάνω μου.Τότε που την χρειαζόμουν.
Και ήθελα να υπάρχει.

Εδώ.

Επέλεξα ένα από τα πιο σύντομά του