Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

Ευχές



Για άλλη μια φορά θέλω να ευχαριστήσω όλους τους παλιούς και νέους φίλους για τη συντροφιά που μου προσφέρατε όλον αυτόν το χρόνο, για τον καλό σας λόγο, για τη συμπάθειά σας.

Εύχομαι σε όλους σας και στον κάθε έναν ξεχωριστά να περάσετε πολύ όμορφα αυτές τις γιορτές κοντά στους αγαπημένους σας

Εύχομαι τα δώρα που θα λάβετε και θα δώσετε να είναι όλα δώρα καρδιάς

Κι εύχομαι το νέος έτος να είναι γεμάτο υγεία και μέσα σε αυτό να πραγματοποιηθούν πολλά όνειρά σας

Χρόνια Πολλά

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

γράμματα άλλων

Γράμματα...ή μάλλον αποσπάσματά τους.
Το 1936 ο Σεφέρης, 36 ετών τότε, γνωρίζει τη Μαρώ Λόντου (σύζυγο του Αντρέα Λόντου) και η ζωή του αλλάζει. 'Οπως συμβαίνει στις ταινίες...όπως συμβαίνει στα βιβλία... όπως συμβαίνει στη ζωή.
Διαβάζοντας την αλληλογραφία κάποιου , σου δημιουργείται συνήθως ένα αίσθημα ότι εισβάλεις στην προσωπική ζωή του από την κλειδαρότρυπα. Από την άλλη, έρχεσαι σε επαφή με μία άλλη διάσταση της προσωπικότητάς του, πιο ανθρώπινης, πιο οικείας, πιο στα μέτρα μας.

Μια μικρή επιλογή


Κορυτσά, 7 Ιανουαρίου 1937
..........
Πόσο θα ήθελα να ήξερα πώς είσαι τώρα, να καταλάβαινα μόνος μου τι θα σου έκανε καλό. Είναι δύσκολο από μακριά. Αισθάνομαι πως γίνονται διάφορα πράγματα εκεί κάτω, καθημερινές μεταλλαγές, κλονισμοί. Αλλά τι ακριβώς; Ούτε κι εσύ μπορείς να μου πεις. Το χειρότερο απ'όλα είναι όταν σε χάνω, όταν δεν ξέρω πια τίποτε. Σε νιώθω κουρασμένη, εκνευρισμένη. Αν τουλάχιστον μπορούσε να σταματήσει αυτό, θα το προτιμούσα και θα το ήθελα ίσως περισσότερο παρά να σε ξαναβρώ, παρ' όλη την αβάσταχτη λαχτάρα που έχω. Τι μπορεί να γίνει; Γράφεις ολοένα λιγότερο και συ, και πιο βιαστικά. Και αυτό με κάνει κάποτε να σκέπτομαι πως χάνεις πιο συχνά τώρα τελευταία τον εαυτό σου. Τι περίεργο, εσύ που έχεις τόση χαρά για τη ζωή να βουλιάζεις και να φθάνεις στο σημείο της απελπισίας και να πρέπει εγώ, που έχω κοιτάξει τα πράγματα τόσο γυμνά, να σου θυμίζω πως, όσο ζει ένας άνθρωπος, τίποτε δεν είναι χαμένο, όσο δεν έχει αφεθεί.
.............
Κουράζεται κανείς να υποφέρει. Τώρα σε βλέπω, αγάπη μου (αφού η λέξη αυτή γράφτηκε μια φορά, δεν μπορεί πια να μην τη γράφω κάθε τόσο), με περισσότερη γαλήνη και αφήνω τον εαυτό μου να ονειρευτεί πως θ' αξιωθώ να σου δώσω κάτι περισσότερο από έναν πρόσκαιρο ενθουσιασμό, κάτι που να λογαριάζει. Έπειτα, γιατί να μη γίνει κι αυτό; Όταν άρχισες να μου λες τη ζωή σου είχα να νικήσω πολύ περισσότερα εμπόδια από αυτά που βρίσκονται τώρα μπροστά μου.


Κορυτσά, 1 Φεβρουαρίου 1937
...................
Καμιά φορά, όταν μου ξεφεύγουν κάτι τέτοια λόγια, στέκομαι και λογαριάζω (ο άλλος που σέρνω πάντα κοντά μου σαν ίσκιο, ο άλλος, ο ψυχρός παρατηρητής που δε συγκινείται, είναι πάντα έτοιμος να μιλήσει), λογαριάζω τι κάνω, ζυγιάζω την ευτυχία που μπορώ να δώσω και τον πόνο που έχω δώσει κιόλας, όχι μονάχα σ' εσένα. Λαγαριάζω το κόστος αυτής της ευτυχίας. Σταματώ μια δύσκολη στιγμή. Κι έπειτα: " Ας γίνει ό,τι γίνει" - έτσι τελειώνω πάντα, άμα έρθω σε αντιπαράθεση μαζί σου. Και το τρομερό είναι ότι τα ξέρω όλα. Αυτή είναι η αγάπη μου. Και δεν πρέπει να σου τη λέω. Όμως βλέπεις αυτά τα πράγματα που είναι μεγαλύτερα από μας έχουν κάνει το κακό να μας δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται πάντα σε κίνδυνο, ότι, αν μας τυραννούν τόσο "φριχτά πολύ" σήμερα, αύριο μπορεί να έχουν χαθεί για πάντα. Και το περίεργο είναι πως ενώ τόσο πολύ βασανιζόμαστε, θα προτιμούσαμε να χάσουμε οτιδήποτε άλλο παρά αυτό το βασάνισμα. Και τότες λέμε πως "δεν έχουμε καιρό" και δίνουμε ό,τι μπορούμε να δώσουμε. Και δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω, τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι δε θα σου τις έγραφα, αν δε με πατρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ' αυτον τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω από όλα- κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση, και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα.
Μέσα στα χτεσινά χαρτιά μου βρήκα σημειωμένη σε μια γωνιά και τούτη τη φράση: " Κι όταν βασίλεψε ο ήλιος τα πόδια μου άρχισαν να κρυώνουν." Θυμάμαι την ώρα, το φως και το ύφος σου άμα την είπες. Τώρα ακόμη βλέπω το χαμηλό κοίταγμά σου και τα χείλια σου. Μια φράση που δεν την πρόσεξες, που σου την έκλεψα σχεδόν. Έμεινε εκεί πέρα στο συρτάρι μου συμμαζεμένη και πετάχτηκε ξαφνικά τρελή, καινούργια. Είπα πως έτσι θα είναι λιγάκι, άμα σε ξαναβρώ, η ζωή.

Κορυτσά, 10 Φεβρουαρίου 1937

Ρωτιέμαι καμιά φορά πώς θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πώς θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου. Την άλλη φορά που ήρθε το γράμμα σου κοίταζα το χαρακτήρα σου (τον γραφικό), έλεγα πως κάτι μου θύμιζε, από σένα. Έπειτα ξαφνικά, βρήκα πως μου θύμιζε τα γόνατά σου. Τώρα τον αγαπώ.

Κορυτσά, 16 Φεβρουαρίου 1937

Από το περασμένο Σάββατο το χιόνι έκλεισε τους δρόμους. Δεν έρχονται γράμματα ούτε φεύγουν. Και σε χρειάζομαι περισσότερο αυτές τις μέρες. Δεν ξέρω γιατί το λέω αυτό. Κάθε μέρα είναι το ίδιο.
..............
Πού να είσαι τώρα ; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πόυ να είσαι ;Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ'αφήνει να σ'αγαπώ όπως θέλω, δε μ'αφήνει να ξέρω καν πώς να σ'αγαπώ.
..............
Παραμιλήματα, όπως λες. Θα'ρθει μια μέρα που θα χαλάσει αυτό το πρόσωπο που φτιάχνω πλάι στη λάμπα κάθε βράδυ, γράφοντάς σου ή όχι, με ό,τι κράτησα από την περασμένη σύντομη ζωή μας και με την τωρινή μου ζωή. Θα 'ρθει μια μέρα που θα σε ξαναβρώ καινούργια και θα πρέπει σιγά σιγά πάλι να σε ξαναμάθω. Ή μπορεί και να μην είναι έτσι, μπορεί, όταν πέσει το πρόσωπο που φτιάνω τώρα, να φανεί το άλλο πρόσωπο, πιο αγαπημένο ακόμη. Όπως και να'ναι, δεν είναι καθόλου απίθανο, τούτα τα βασανιστικά ερωτήματα να μην υπάρχουν τότε. Κι αν υπάρχουν, θα υπάρχουν αλλιώς.

Κορυτσά, 2 Απριλίου 1937
..........
Ξέρω γιατί, ανεξάρτητα από την αγάπη μου, μ'αρέσεις, κάποτε τόσο πολύ. Βρίσκω μια δροσιά κοντά σου και είμαι κάποτε, Θεός ξέρει, πόσο διψασμένος.


Κορυτσά, 4 Απριλίου 1937

Όλα αυτά τα "παχιά λόγια", το ξέρεις, δεν αξίζουν πάρα πολύ. Αλλά να σου'λεγα πως τώρα είναι πιο βαριά η ξενιτιά, μήπως θ'άξιζε περισσότερο; Την άλλη μέρα συλλογιζόμουνα πως, όπως και να ήταν τα πράγματα, δε θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα. Και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ'αρέσουν. Χρυσό τρελό παιδί, σου τα γράφω αυτά, κατά βάθος, για να μην ξυπνήσεις πάλι κανένα πρωί και σου σφυρίξει να μου γράψεις πως φαίνεσαι, μέσα στα γράμμματά μου, σαν ξένη.


Κορυτσά, 14 Απριλίου 1937

Παρ'το απόφαση, δε θα σου προσφέρω τίποτε που να μπορούν να σου το προσφέρουν άλλοι. Εκείνο που είμαστε μαζί δε θα μοιάζει, σαν ένα ανθρώπινο πρόσωπο, με τίποτε άλλο. Δηλαδή θέλω, αυτό που είμαστε μαζί, να είναι ένα δικό μας πλάσμα- δικό μας και ανεξάρτητο από εμάς- και όχι μια κατάσταση. Θα μας αγαπάει γιατί χωρίς αυτό θα μοιάζαμε σακάτηδες, αλλά θα έχει και τη μοίρα του, την προσωπικά δική του, και την ιδιοσυγκρασία του και τα καλά και τα κακά του - κι εμείς το ίδιο.

Κορυτσά, 20 Μαΐου 1937

Δεν μπορώ να σου γράψω πολύ. Σε συλλογίζομαι και μου κόβεται η ανάσα. Δεν κρατήθηκα ποτέ μαζί σου. Όσο θα το ήθελα τουλάχιστο. Αφέθηκα πάντα και να που σε βασανίζω. Τρελό παιδί, πώς μπόρεσε να περάσει μια στιγμή απο το νου σου πως με κουράζεις, ή πως μπόρεσα να συλλογιστώ να σταματήσω την αγάπη μου. Σ'αγσπώ μ'όλη μου την ψυχή και μ'όλο μου το κορμί. Κι ούτε αυτό είναι ολοσδιόλου έτσι. Είναι ολόκληρη η μοίρα μου, όπως κάποτε την αισθανόμαστε πολύ βαθιά μέσα μας, που σ'αγαπά. Και θα ήθελα αυτή η αγάπη να είναι άξια. Το θέλω. Δεν ξέρω τίποτε άλλο σήμερα να σου γράψω.

Κορυτσά, 3 Ιουλίου 1937

Έχεις γίνει ένα με την καρδιά μου που με πονεί. Τις ώρες που πέρασα σε κανένα δε θα ήθελα να τις δώσω, γιατί είναι σκοτεινές ώρες που πέρασα στη ζωή μου. Σου είπα ό,τι είχα να σου πω, έτσι λέω , κι όμως το μόνο πράγμα που θα είχα να κάνω, να πάρω το πρώτο τραίνο να 'ρθω κοντά σου και να σε ξεριζώσω από όλα αυτά τα πράγματα που σε κρατούνε, δεν το έκανα.
......................
Καλός είναι αυτός ο άνθρωπος που προστάζει. Άλλοτε προσπαθούσα να καταλάβω τον πόνο του. Τώρα κοντεύω να τον μισήσω. Όλος ασυνάρτητες μανίες. Πάντα το χειρότερο κρατούσε, το καλύτρο το τσαλαπάτησε, το κουρέλιασε, το πέταξε από εδώ κι από εκεί και τώρα, αν νομίζει πως του πήρα κάτι, γι' αυτό το χειρότερο θυμώνει. Δεν μπορεί να καταλάβει πως αυτό που μου έδωσες, αυτό που έχω από σένα, δεν το πήρα από κανέναν, πως ήταν κρυμμένο και το ξεσκέπασα για πρώτη φορά και πως γι' αυτό ακριβώς σ' αγαπώ.

Αθήνα, 11 Ιουλίου 1938

Αυτός ο παράξενος τρόπος να ζούμε μαζί τη φύση, να μαζεύουμε το χυμό του Θεού, που με κάνει να αισθάνομαι μόνος, ακρωτηριασμένος και όταν ακόμη η νύχτα είναι ωραία. Όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπό του, πρέπει να βρει τον τρόπο να μην ξυπνά ποτέ. Είναι ελεεινή αυτή η ευαισθησία κάποτε κάποτε.

Αθήνα, 29 Σεπτεμβρίου 1940

Μόλις τώρα πήρα το πρωινό μου και διάβασα το γράμμα σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πώς σε περιμένω. Γιατί αυτές τις τελευταίες μέρες σ' έχω φρικτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά και γιατί ίσως, μ'όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, και όταν ήσουν ακόμη κοντά μου, δε σε είχα όπως το ήθελα. Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέπτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή απάνω μου και όλα τα άλλα χάνονται, όπου και να βρίσκομαι, ό,τι και να κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν ένα τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα.

Και δεν μπορώ να σου γράψω αλλιώς.

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

νόμιζα ότι τον ήξερα

Νόμιζα ότι τον ήξερα τον Φ. Όχι πολύ. Λίγο.
Αλλά αυτό το λίγο πίστευα πως δε μου επιφύλασσε εκπλήξεις. Ήταν ένα σίγουρο λίγο.

Ίσως όλοι να είμαστε επιρρεπείς στο να βγάζουμε συμπεράσματα για τους άλλους. Ή -το ίδιο επικίνδυνο - να τους κρίνουμε με τις μέχρι τώρα εμπειρίες μας.

Νόμιζα ότι τον ήξερα και ότι απλά το υλικό του ήταν τέτοιο που δυσκόλευε τη ζωή μου.

Χαμογελώ με την αφέλειά μου. Δεν είναι περηφάνιας αυτό το χαμόγελο. Είναι ειρωνείας. Προς εμένα.
Νόμιζα ότι με ήξερα.

Φέτος έχω το πιο υπέροχο υλικό στη δουλειά μου. Και το πιο δύσκολο ταυτόχρονα. Κι ίσως αυτός ο συνδυασμός να μην είναι τυχαίος. Χρόνια είχε να μου τύχει.Στην αρχή γκρίνιαζα για τη δυσκολία του. Ακόμη γκρινιάζω.
Αλλά τώρα που αρχίζω και καταλαβαίνω την ιδιαιτερότητά του.....θέλω πολύ να διατηρήσω την ομορφιά του κι ας μοιάζει κάθε μέρα μου με άθλο.Δεν είναι εκείνοι οι δύσκολοι. Είμαι εγώ.
Εγώ που δεν κόπιασα να μπω σε έναν κόσμο με αγγέλους, παρασυρμένη από την αρρώστια της ενηλικίωσής μου.

Νόμιζα ότι τους ήξερα...
Αλλά δεν είναι εκείνοι που πρέπει να έρθουν προς τα μπρος, είμαι εγώ που πρέπει να πάω πίσω

Παράξενο το βλέμμα αυτού που νομίζει ότι γνωρίζει...
Νομίζει.....

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Στόχοι

Η μέρα χαράζει μέσα σ' ένα βαθύ γκρι
κι είναι από κείνες που αναζητώ ορίζοντα
Μετά από πολύ καιρό που έβλεπα κυρίως μέσα μου, στρέφω τη ματιά λίγο πιο πέρα.
Λευκά σύννεφα κρύβουν τις κορυφές των βουνών
κι αφήνω την εικόνα να με ταξιδέψει ανάμεσα σε σκέψεις, επιθυμίες και την ανάγκη

Ένα παλιό μίσος ξαναπαίρνει υπόσταση
Μου είναι ξένο. Δεν το θέλω .Δε χωράει στον κόσμο μου. Αλλά είναι εκεί.
Μαζί με τις ενοχές που η λογική μου αποποιείται.

Στη διαδρομή που ακολουθώ αντικρίζω το ασχημότερο κομμάτι αυτής της πολιτείας
Βρομιά, άχρηστα πολυκαιρισμένα αντικείμενα, σπασμένα τζάμια, κτίρια που δεν υπήρξαν ποτέ όμορφα, παρά πέρασαν από την αδιαφορία κατευθείαν στην παρακμή
Αλήθεια πώς θα ήταν αυτή η πόλη αν κάποιοι φρόντιζαν να αποκτήσει χρώμα, λάμψη, να πετάξει τα σκουπίδια της ;
Λίγα, ελάχιστα ξεθωριασμένα δέντρα μοιάζουν φυλακισμένα ανάμεσα στην ασχήμια
Μοιάζουν να βγάζουν την ίδια κραυγή αγωνίας με μένα :" Δεν ανήκω εδώ. "
Από τότε που με πήρανε με τη βία σχεδόν από το μόνο μέρος που ένιωθα δικό μου, είναι σα να μη ρίζωσα πουθενά. Περισσότερο απ' αυτό.....είναι σα να μην άνθισα πουθενά. Σαν τα φυτά που όταν τα παίρνεις από το φυσικό τους περιβάλλον δυσκολεύονται να εγκλιματιστούν αλλού. Μαραζώνουν....αρρωσταίνουν..... πεθαίνουν
Το κεφάλι μου είναι βαρύ.

Παίζαμε θυμάμαι εκείνο το παιχνίδι με τις λέξεις. Φυσικά και ήθελα να κερδίσω. Ποιος παίχτης δεν στοχεύει στη νίκη ; Μα πέρα από αυτό ήθελα να απολαύσω το παιχνίδι, ήθελα να φτιάχνω ωραίες λέξεις. Με ωραία νοήματα. Εύηχες. Λέξεις που γεννούσαν συναισθήματα. Εικόνες.....εικόνες
Εκείνος μέτραγε πάντα τους πόντους. Δεν τον ένοιαζαν οι ωραίες λέξεις. Το δικό του παιχνίδι ήταν πάντα ένα άθροισμα. Όπως και η ζωή του. Κέρδιζε τις περισσότερες φορές. Με τη δική μου σιωπηλή συγκατάθεση. Δεν έχουμε όλοι τους ίδιους στόχους.

Πολλές φορές με κακίζω για την αφέλειά μου

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2008

...αδημονώ

Τίποτα σπουδαίο δεν είναι γραμμένο εδώ για τον περαστικό αναγώστη. Τίποτα.
Κάποιοι άνθρωποι που σέβομαι μου το υποδεικνύουν αραιά και που. Και δε νιώθω ότι θέλουν να με προσβάλουν.
Ίσως το προσωπικό συναίσθημα να είναι αυτό που - μέσα στην αλήθειά του - βρίσκει και ακουμπά, αλλά μόνο αυτό.

Εκείνο όμως που με εντυπωσιάζει σε αυτήν την καταγραφή των σκέψεών μου, είναι ότι σε αυτά τα δύο πολύ κρίσιμα στη ζωή μου χρόνια που διατηρώ αυτό το ημερολόγιο, μπορώ ανά πάσα στιγμή να ανατρέξω στα συναισθήματα που οδήγησαν σε όλες τις ανατροπές μέσα μου.

Εικόνες που για τον αμύητο μοιάζουν ασύνδετες και άλογες ή δημιουργημένες στην προσπάθεια μιας μάλλον αποτυχημένης ποίησης, στην ουσία με συνδέουν με το συναίσθημα της στιγμής που γεννήθηκαν.

Κάπως έτσι ανέτρεξα πριν απο λίγο για να επιβεβαιώσω μια συγκυρία της τύχης, όμοια με μια άλλη που συνέβει πολλά πολλά χρόνια πριν.
Και την βρήκα.
Κάποιες στιγμές στη ζωή μας είναι πολύ ιδιαίτερες. Κι ό,τι μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτές αποκτά τη δική του σημασία


....αδημονώ....το ρήμα που περισσότερο με εκφράζει τελευταία

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

..κι εκείνο το κενό

Σήμερα θα μαζέψω τις αγκαλιές. Όλες.
Αυτές που φύλαξα στη μνήμη
Όμοια με εκείνη την όμορφη ιταλική ταινία που συγκέντρωσε στο τέλος όλα τα απαγορευμένα φιλιά.
Εγώ θα μαζέψω τις αγκαλιές.
Από την πρώτη πρώτη που μου ζήτησες να με σφίξεις δυνατά μετά το πρώτο μας φιλί
και μ'άφησες να φύγω ζαλισμένη
έως την τελευταία με την πλάτη σου να ακουμπά στον τοίχο
κι εγώ να πρέπει να σε αποχωριστώ
λες κι είναι εύκολο να αφήσεις το άλλο σου μισό
και να κάνεις ότι δε σε νοιάζει
ότι είσαι εντάξει
η γη συνεχίζει να γυρίζει
ακόμη κι αν χάνεις το νόημα αυτής της κίνησης
στα μάτια όλων είσαι ολόκληρη

κανείς δεν βλέπει το κομμάτι που σου λείπει


Ένα βήμα μπρος κι οι πόρτες κλείνουν
και μένει μόνο μια εικόνα
ή μάλλον πολλές
πολλές εικόνες
αλλά δεν κοιτάς έξω
κοιτάς μέσα για να τις δεις
να μη νιώθεις την ορφάνια του χεριού σου




Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Rain



Βρέχει. Βρέχει αληθινά και δυνατά και μια ομάδα ενήλικων παιδιών παίζει μπάλα κάτω από το χαμηλό φως του δρόμου . Αυτή είναι η εικόνα. Και η μουσική απλά επειτείνει τη μαγεία της στιγμής. Και είναι ατελείωτη. Κι όλα αυτα δε συμβαίνουν έξω στο δρόμο, αλλά σε μία σκηνή.

Έτσι κλέινει το Rain του Cirque Eloize

Πριν από μερικά χρόνια ήταν το Excentricus, αργότερα το Nomade που δε θυμάμαι για ποιον λόγο δεν το είδα και τώρα το Rain. Όλα παραστάσεις του συγκεκριμένου τσίρκου, που μόνο τσίρκο δεν είναι με την κλασική έννοια του όρου. Είναι ένα παράξενο μίγμα όπου τα ακροβατικά μπερδεύονται με τη θεατρική παράσταση, η μουσική παίζει κυρίαρχο ρόλο,το ίδιο και ο φωτισμός και τα κοστούμια δένουν με τη σειρά τους αρμονικά για να συμβάλλουν στη μαγεία της στιγμής.

Είναι λίγα τα θεάματα που παίρνουν θέση στη μνήμη σαν πολύ ιδιαίτερες εμπειρίες. Το Rain είναι μία από αυτές. Και το μόνο που με θλίβει είναι που δεν μπόρεσα να το μοιραστώ.

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

παλάτια-κελιά

(Δεν) μου τάζει παλάτια - κελιά, ενώ με τυλίγει με το κορμί του να με ζεστάνει από τη σκοτεινιά της κρύας νύχτας. Δεν είναι μόνο το κρύο που ζητά την αγκαλιά, είναι και το σκοτάδι. Δεν είναι μόνο το γέλιο που θέλει το φιλί, είναι και το δάκρυ.

Κάτω από τη γέφυρα - δε θέλει να μου μιλά....όχι, σήμερα - κάτω από τη γέφυρα.....σιωπή λοιπόν..... κρύβουμε τα κορμιά μας, ενώ αφήνω τις σκέψεις μου πολύχρωμους χαρταετούς να ταξιδεύουν κάτω από τα άστρα. Και καθώς αυτές χάνονται μαζί με όλες τις έγνοιες, γαληνεύω....γαληνεύω...και κοιμάμαι....

Όχι δεν έχει σύννεφα ο ουρανός μου.

( Χτες, αγάπη μου, ονειρεύτηκα τους πιο έναστρους ουρανούς.... και ήμουνα κοντά σου.
Τόσο λαμπερά άστρα, τόσο ευδιάκριτοι όλοι οι αστερισμοί σε κείνον τον ξένο τόπο ...!!!)

Η πάχνη της αυγής μάς ξυπνά και με σπρώχνει πιο βαθιά στην αγκαλιά σου


Απόκληροι.... ζούμε το φόβο μας πέρα από το νόμο και πετάμε το θάρρος μας σε όλο πιο αληθινά βήματα. Από το σήμερα στο αύριο
Μια φωτιά που καίει, η ζωή. Μέχρι την τελευταία σπίθα.


Σου έχω πει για τον δικό μου πλανόδιο ;
Σάββατο πρωί...εγώ κι ο ήλιος στο σεργιάνι....και ξάφνου εκεί...οδηγημένη στα τυφλά μου βήματα.... ένας βρόμικος κουρελής, τα κουρέλια σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, μια γενειάδα σαν το Θεό - έλα τώρα μη με κοροϊδεύεις, πάντα με γενειάδα δεν παριστάνουν το Θεό ; -μα τι όμορφος που ειναι; ....σαν παραδείσιο πουλί μέσα σε τόση ομοιομορφία .... ένα φλάουτο στο στόμα, και γύρω του 5-6 τεράστιοι σκύλοι, Θεέ μου τι μεγάλοι σκύλοι!!!

σα να έχουνε μαγευτεί.....

Μμμμμμ.... Ο μαγεμένος αυλός....Ο μαγεμένος αυλός του 21ου αιώνα....


Ήθελα να κάτσω να τον ακούω για ώρες. Για ώρες....

Και θα μπορούσα να γράφω για ώρες....για ώρες...

Γιατί σ'αυτό το παραμύθι βούτηξα μέσα. Εικόνες, όνειρα, αναμνήσεις....όλα μπλέχτηκαν γλυκά.


Ευχαριστώ τη Λίνα που με κάλεσε σε αυτο το παιχνίδι των λέξεων. Αρχικά νόμιζα πως δεν μπορούσα να γράψω κατά παραγγελία, μια που γράφω ημερολογιακά και όχι παράγοντας λογοτεχνικά κείμενα, έστω και απλά...αλλά σήμερα μου φάνηκε μάλλον εύκολο.

Οι λέξεις που έπρεπε να εντάξω ήταν οι λέξεις: σύννεφα, δάκρυ, κελί, φωτιά, νύχτα

Αν θέλουν το συνεχίζουν οι genna, pixie και kioy με τις λέξεις : αδράχτι, σεληνόφως, κοχύλι, σύρτης, ξερολιθιά. Αν θέλουν...αν έχουν διάθεση...