Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

έναν Οκτώβρη.....

Έναν Οκτώβρη σαν αύριο πήρα να γράφω λέξεις.
Δικές μου λέξεις.
Απλές .
Λέξεις που συχνά μοιάζανε σιγανές κραυγές.
Καλά καλά δεν ήξερα αν ήθελα να τις ακούσει κάποιος ή να μείνουνε για πάντα κρυφές.

Μια δική μου, ολότελα δική μου φωνή, σαν τους μοναχικούς ηλικιωμένους που όλο κάτι μουρμουρίζουν ενώ δεν τους ακούει κανείς

Μήνες στη σιωπή.Μια μαύρη σελίδα. Κατάμαυρη.
Στην αρχή , που δεν ήξερα να την πειράξω , είχε ακόμη λίγο χρώμα. Μα όσο μάθαινα να επεμβαίνω πάνω της τόσο το χρώμα χανόταν και όλο γινόταν σκούρο..... σκούρο.....σκούρο.... Κι αν με ρωτούσες ,έλεγα,

μα είναι λόγω των εικόνων, είναι θέμα αισθητικής.


Έτσι κορόιδευα τον εαυτό μου. Το ξέρω πως τον κορόιδευα. Γιατί ξέρω τη λατρεία μου για το χρώμα.

Μετά καλόμαθα στα χάδια των σχολίων . Σε κείνους τους λιγοστούς περαστικούς που έστηναν αυτί στις χαμηλόφωνες ανάσες μου. Κι εγώ αφουγκραζόμουν τις δικές τους. Κι η μοναξιά παρέμενε εκεί. Αλλά όχι τόσο μαύρη.


....κάτι αόρατοι φίλοι, από ένα άγνωστο υπερπέραν, που μουρμούριζαν λόγια στοργής και φιλίας και νοιαξίματος

είστε εκεί ακόμη; είστε εκεί ;

...........................................


Και μετά.........Ακριβώς πριν δυο χρόνια.Τη θυμάμαι τη μέρα.
Θυμάμαι την ώρα . Τη στιγμή. Το πού.
Κυρίως θυμάμαι το συναίσθημα


Άρχισα να αντιλαμβάνομαι το πέρασμα του χρόνου.

Το συνειδητό κύλισμα του χρόνου.
Όχι αυτό που λέμε : "αύριο πρέπει να κάνω αυτό κι αυτό κι αυτό "

Ήταν σα να ξυπνούσα από λήθαργο. Ο χρόνος απέκτησε ξαφνικά μια ξέχωρη από μένα οντότητα. Και τον ένιωσα. Ένιωσα τη ζωή μέσα στο χρόνο. Εμένα μέσα σε αυτόν.
Εκείνη την ημέρα μου χάρισα τη χρυσή σφυρήλατη καρδιά που από τοτε φοράω στο λαιμό . Ήταν το δώρο μου. Ασήμαντο . Όπως όλα τα σύμβολα.

Δίπλα μου είναι το φεγγάρι. Έχω και πάλι ένα παράθυρο απ' όπου μπορώ να βλέπω τις ανατολές
Ίσως να μην έχει και πολλή σημασία. Μαλλον δεν έχει και πολλη σημασια

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

πριν τον ήλιο



Οι νευροδιαβιβαστές βρίσκονται κάπου μπλοκαρισμένοι να ρεμπελεύουν δίχως την άδειά μου. Καιρό τώρα.
Επιθυμώ αυτήν τη θάλασσα.
Επιθυμώ την επιθυμία.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

να πιω τον ήλιο μέσα απ΄τα χείλη σου



Ξύπνησα με αυτές τις νότες.
Μη τον ρωτάς τον ουρανό.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

να αποχωρείς με χάρη. πάντα

Shall we dance ?


για μια τελευταία φορά ?




Come on little stranger
There's only one last dance
Soon the music's over
Let's give it one more chance


το καπέλο απαραίτητο


να είστε πάντα καλά υπέροχοι "άλλοι"

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

- Όλα τα πράγματα έχουν ένα τέλος - Ένα όμορφο τέλος ;

Ο αέρας είναι ακίνητος σε αυτό το δωμάτιο .Ιδρώνω ελαφρά.
Υπέροχο μακρύ ελληνικό καλοκαίρι. Του χρόνου πάλι.


-Πόση ώρα μπορείς να κρατηθείς από ένα μονόζυγο ; μου είχε πει η Σ.
Πέντε λεπτά ; δέκα ; Όσο και να πιέσεις τον εαυτό σου σε λιγότερο από ένα τέταρτο θα έχεις αφήσει τα χέρια σου.
Και τώρα σκέψου το άλλο. Πόση ώρα αντέχεις να κρέμεσαι από ένα κλαδί όταν από κάτω σου είναι γκρεμός ;
Χαμογέλασα. Η απάντηση ήταν προφανής

Κι ενώ η συζήτηση αυτή έγινε πριν πολλά χρόνια και για εντελώς άσχετο λόγο, ήταν ο μόνος συσχετισμός που μπόρεσα να κάνω στο μυαλό μου, όταν η Χ. αναρωτήθηκε για το τι μπορεί και το τι δεν μπορεί να κάνει. Εκείνη. Τώρα.
Να μη βρεθείς στην ανάγκη, ήθελα να της πω. Δεν της το είπα
Είναι πολύ ευτυχισμένη. Το αξίζει.



Φλας μπακ. 22 Αυγούστου. Πάντα την ξεχνούσα αυτήν την ημερομηνία. Η Χ. πάντα μου τη θύμιζε. Πέτρινο μικρό ξωκλήσι σε κατάφυτο λόφο. Από κάτω η ξένη πόλη. Η άσχημη πόλη. Η αδιάφορη πόλη. Μια θεατρική παράσταση διακόπτει τις πρόβες της και μας δίνει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Φέρνω εικόνες της στο μυαλό μου. Αλλά κανένα συναίσθημα
Ένα μικρο γατάκι μπερδεύεται στα πόδια μου. Ο φωτογράφος δε χάνει ευκαιρία
Ένα κλικ την ώρα που γέρνω χαμηλά το κεφάλι μαζεύοντας το φόρεμα
Ο Ν. είχε δίκιο.
-Θα πάρεις τα πιο πολύτιμα, μου είχε πει. Γιατί μόνο εσύ τα γνωρίζεις.
Δεν είχα αυταπάτες. Αλλά δεν το είχα σκεφτεί


Δεν ξέρω αν θα συνεχίσω τις εδώ εγγραφές μου. Αυτό το μπλογκ στάθηκε ο σταθερός μου σύντροφος την τελευταία τριετία.

Είναι πολύ φορτισμένο συναισθηματικά. Κάποιες φορές ασθανόμουν ιδιαιτέρως αφελή την εικόνα που έβγαζε προς τα έξω. Και δικαίως.

Θυμάμαι έναν στίχο του Ελύτη που λέει πως "γράφει ποιήματα, για να ερωτεύεται σωστά"

Δε γράφω ποίηση, ούτε και θα γράψω, αλλά σίγουρα ερωτεύομαι σωστά

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

σχεδόν


Με ήρεμα ποτάμια μοιάζουνε. Οι ζωές τους


Κυλούνε, συναντούνε πού και πού εμπόδια και μικρούς καταρράχτες, στρίβουν πάντα προς την προκαθορισμένη κατεύθυνση....κυλούνε.


Δε ρωτάνε. Ποτέ δε ρωτάνε.

Συνήθως λένε τα μικρά ή μεγάλα που τους αποσχολούν. Εστιάζουν περισσότερο στα μικρά. Κι αυτά τα μικρά μικρά είναι η ζωή τους.


Τους ακούω δίχως διάθεση να τους διακόψω

......................

Είναι σχεδόν πανσέληνος. Σχεδόν αρχή. Σχεδόν τέλος.

Το απόγευμα έφαγα κατακόκκινο, λαχταριστό καρπούζι. Και δεν ήταν καθόλου σχεδόν.

Ακροβατώ ανάμεσα στις δύο ακτές , μαζεύοντας τα μαλλιά μου που μάκρυναν και ακουμπούν στον ιδρωμένο σβέρκο. Το βράδυ, λυτά, φοράνε τον ήλιο.


Το καλοκαίρι κατοικεί στο μέρος που θα λέγαμε ψυχή.

Είναι ο λόγος που ακτινοβολούμε φως. Όταν το αφήνουμε να βγει.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

γραφές και αναμνήσεις

Κορυτσά, Σεφέρης προς Μαρώ, 1η Φεβρουαρίου 1937

"Συλλογιζόμουνα αυτή τη ροπή που έχω σε κάποιες στιγμές να κλείνω τα μάτια και να τραβώ μπροστά κι ας είναι γκρεμός. Έτσι ήμουν από πολύ μικρό παιδί. Τώρα που έφυγαν τα χρόνια , λέω πως μου συμβαίνει αυτό σαν κουραστώ να κοιτάζω καθαρά. Και μέσα μου και έξω. Είναι ένα γύρισμα της ζωής που γυρεύει το δίκιο της όταν, κοιτάζοντας από πολύ κοντά όλα, την απελπίζουμε. Και δεν απελπίζεται η ζωή όσο υπάρχει, κι ας απελπίζεται ο άνθρωπος. Συλλογιζόμουνα εσένα, ζωή μου.

Καμιά φορά, όταν μου ξεφεύγουν κάτι τέτοια λόγια, στέκομαι και λογαριάζω (ο άλλος που σέρνω πάντα κοντά μου σαν ίσκιο, ο άλλος, ο ψυχρός παρατηρητής που δε συγκινείται, είναι πάντα έτοιμος να μιλήσει) λογαριάζω τι κάνω, ζυγιάζω την ευτυχία που μπορώ να δώσω και τον πόνο που έχω δώσει κιόλας, όχι μονάχα σε σένα. Λογαριάζω το κόστος αυτής της ευτυχίας. Σταματώ μια δύσκολη στιγμή. Κι έπειτα : "Ας γίνει ό,τι γίνει"- έτσι τελειώνω πάντα, άμα έρθω σε αντιπαράσταση μαζί σου. Και το τρομερό είναι ότι τα ξέρω όλα. Αυτή είναι η αγάπη μου. Και δεν πρέπει να σου τη λέω. Όμως βλέπεις αυτά τα πράγματα που είναι μεγαλύτερα από μας έχουν το κακό να μας δίνουν την εντύπωση οτι βρίσκονται πάντα σε κίνδυνο, ότι, αν μας τυραννούν τόσο "φριχτά πολύ" σήμερα, αύριο μπορεί να έχουν χαθεί μια για πάντα. Και το περίεργο είναι πως ενώ τόσο πολύ βασαζινόμαστε, θα προτιμούσαμε να χάσουμε οτιδήποτε άλλο παρά αυτό το βασάνισμα. Και τότες λέμε πως "δεν έχουμε καιρό" και δίνουμε ό,τι μπορούμε να δώσουμε. Και δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ' αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω από όλα - κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση, και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα.
Μέσα στα χτεσινά χαρτιά μου βρήκα σημειωμένη σε μια γωνιά και τούτη τη φράση : " Κι όταν βασίλεψε ο ήλιος τα πόδια μου άρχισαν να κρυώνουν." Θυμάμαι την ώρα, το φως και το ύφος σου άμα μου την είπες. Τώρα ακόμη βλέπω το χαμηλό κοίταγμά σου και τα χείλη σου. Μια φράση που δεν την πρόσεξες, που σου την έκλεψα σχεδόν. Έμεινε εκεί πέρα στο συρτάρι μου συμμαζεμένη και πετάχτηκε ξαφνικά τρελή, καινούργια. Είπα πως έτσι θα είναι λιγάκι, άμα σε ξαναβρώ, η ζωή."




Το δάσος έξω από τον πύργο ήταν ειδυλλιακό . Για άλλη μια φορά ο ήλιος έπαιζε με τη βροχή και τα δέντρα πρόσφεραν καταφύγιο κάτω από το πυκνό φύλλωμά τους.
Μπήκα βιαστικά μέσα για να φορέσω κάτι πιο ζεστό ενώ ήσουν απασχολημένος σε μια συζήτηση. Τη μαρμάρινη σκάλα τη σκέπαζε παχύ χαλί και οι γάτες μικρές βασίλισσες δεν έκαναν στην άκρη για να περάσεις. Λίγο αργότερα μου έδειξες τη μεγάλη σάλα με τα πολλά παράθυρα και τα λινά τραπεζομάντηλα στις καλαίσθητες ροτόντες. Τα πολλά παράθυρα που βλέπανε στον κήπο.
Δε θα ρωτήσω το Σεφέρη για τις μνήμες του. Η ζωή φτιάχνεται πάντα από τα ίδια υλικά Κι αν κάποιος μπορεί να ζει με μια κλεμμένη φράση, είναι που έμαθε να βλέπει και να ακούει λίγο πιο πέρα από τις αισθήσεις .
Σε κείνον τον όμορφο κήπο μπορούσες να αφουγκραστείς την ησυχία. Στο μικρό του κιόσκι υπήρχαν ακόμη τα απομεινάρια μιας γιορτής . Λευκές κορδέλες ...
Μικρά αλογάκια κούνιες και ξύλινες τραμπάλες.
Ποτε δεν αποτιμάται η στιγμή. Μόνο η μνήμη έχει αυτήν την εξουσία