Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

ιστορίες και όνειρα




Η Αλίκη κάθισε κάτω από τη γέρικη καρυδιά κι έστρεψε το βλέμμα της στο πλούσιο φύλλωμα, που έκρυβε τον ουρανό. Αλλά αυτό καθόλου δεν την ενοχλούσε , γιατί είχε από καιρό καταλάβει ότι το χρώμα της χαράς ήταν το πράσινο και όχι το γαλάζιο, όπως νόμιζε αρχικά. Και καθώς ο άνεμος τριγύριζε μεθυστικά ανάμεσα στις φυλλωσιές, κάθε μικρό-μικρό φυλλαράκι είχε και μια ιστορία να της πει. Μια ιστορία γεμάτη αλήθειες και ψέματα. Γιατί πόσες αλήθειες μπορεί να σηκώσει πια ένας άνθρωπος; Και καθώς άφηνε τις ιστορίες αυτές να εισχωρούν μέσα από το δέρμα στο αίμα της κι από εκεί να φτάνουν μέχρι την καρδιά και το μυαλό της, πλημμύριζε από διάφορα συναισθήματα. Άλλοτε γελούσε δυνατά...άλλοτε δεν μπορούσε να σταματήσει τους λυγμούς, τόσο την συνεπαίρνανε οι μαγικές λεξούλες...άλλοτε βυθιζότανε σε σκέψεις πρωτόγνωρες και αναζητούσε....ολοένα αναζητούσε τα βαθύτερα νοήματα...όχι ότι είχε σημασία να τα βρει....τα νοήματα δεν έχουν ποτέ καμία αξία..... αντίθετα με τη χαρά και την ευδαιμονία...
Κι έτσι απ' όλες εκείνες τις ιστορίες προτιμούσε αυτές που την έκαναν να γελάει..κι ας ήξερε ότι ήταν ψεύτικες οι πιο πολλές...
'Ωρες-ώρες ο άνεμος δυνάμωνε και έριχνε στα μαλλιά της τα φυλλαράκια που είχαν πει την ιστορία τους. Την χαρούμενη ή λυπητερή. Τη μικρή ή μεγάλη. Την αληθινή ή ψεύτικη.
Και η Αλίκη τα μάζευε τα φυλλαράκια όλα...κι έκανε πως όλα τα πίστευε. Γιατί τι νόημα θα είχε να τα στεναχωρήσει τώρα που το ταξίδι τους τελείωσε ;


Δίπλα στο αγαπημένο της δέντρο μουρμούραγε στο πέρασμά του, χειμώνα καλοκαίρι, ένα διάφανο ρυάκι. Πόσες φορές δεν ταξίδεψε μέσα σε αυτό η Αλίκη τις μικρές χάρτινες βαρκούλες της! Κάθε βαρκούλα κι ένα όνειρο. Τις ζωγράφιζε προσεχτικά, τις γέμιζε με χρώματα και ελπίδες και μετά τις κατευόδωνε στο δίχως επιστροφή ταξίδι τους. Έτσι ήταν τα όνειρα φτιαγμένα, ταξιδιάρικα...και ελεύθερα. Αν πήγαινες να τα περιορίσεις σε πλαίσια και περιγράμματα, χλωμιάζανε και χάνανε το χρώμα τους.
Μα τα όνειρα της Αλίκης δεν ξέρανε από νόρμες και από περιορισμούς. Σαν διαβατάρικα πουλιά αφήνανε με ευκολία τους γκρίζους τόπους για να συναντήσουν σύντομα την άνοιξη και τον ήλιο που τα έτρεφε.

6 σχόλια:

iLiAs είπε...

Ο άνθρωπος μπορεί ν' αντέξει μόνο αλήθειες...ψέματα πόσα μπορεί ν' αντέξει?

Μακάρι να συναντήσουμε και 'μεις γρήγορα την άνοιξη της ψυχής!

Καλο ξημέρωμα, να είσαι καλά.

elmelissa είπε...

Όσα χρειάζεται για να του ομορφύνουν τη ζωή;
Όσα εύκολα μπορεί να πιστέψει,δίχως να προδώσει τον εαυτό του;
Καμιά φορά το παραμύθι, Ηλια, που πλάθουμε εν πλήρει συνειδήσει ομορφαίνει τον κόσμο μας
Καλό σου ξημέρωμα!

genna είπε...

...και το ίδιο παραμύθι το διαλύουμε
γιατί πολλές φορές δεν το αντέχουμε
να είναι παραμύθι...

όμορφο όμως τούτο το παραμυθάκι σου

Mελισσάκι, καλημέρα!

elmelissa είπε...

Καλησπέρα, Genna!

piXie είπε...

Μου θύμησες τον τρόπο γραφής της Αλκυόνης Παπαδάκη! Αυτή μιλά συχνά για διαβατάρικα πουλιά!Πολύ όμορφο κείμενο...πολύ ταξιδιάρικο! Μ'αρέσει πολύ ο τρόπος που γράφεις!

elmelissa είπε...

Δεν την ξέρω την Αλκυόνη Παπαδάκη, αλλά χαίρομαι που κάτι όμορφο βρίσκεις και που μου αφήνεις τα γλυκα σου λόγια!
Να έχεις ένα όμορφο απόγευμα, τρυφερή μου, pixie!